Αλλα έθιμα

Κλήδονας

Ο Κλήδονας ήταν ένα πολύ παλιό έθιμο, με υποτιθέμενες μαντικές ικανότητες και σατιρικές διαθέσεις για τις νέες κοπέλες που συμμετείχαν σ' αυτό, και γινόταν στις 24 Ιουνίου κάθε χρόνου, γιορτή του Άγιου Γιάννη του Φανιστή ή Γυαλιστή.
Την παραμονή μια κοπέλα πήγαινε σε κοντινό πηγάδι και γέμιζε ένα πήλινο κανάτι με νερό, προσέχοντας να μη μιλήσει σε κανένα. Στο κανάτι με τ' «αμίλητο νερό» οι νέες της συντροφιάς έριχναν διάφορα μικροαντικείμενα, όπως δακτυλίδια, καρφίτσες, βραχιόλια και σκουλαρίκια, και το άφηναν έξω στο ύπαιθρο, στ' άστρα, όπως έλεγαν. Την άλλη μέρα άνοιγαν τον κλήδονα και σε κάθε σατιρικό ή σκωπτικό δίστιχο που έλεγε κάποια από την παρέα ανέσερναν και ένα μικροαντικείμενο από το κανάτι. Σ' αυτήν που ανήκε το μικροαντικείμενο αφιερωνόταν και το δίστιχο. Τα παλαιότερα χρόνια στο κανάτι με τ' αμίλητο νερό έριχναν μόνο ένα δαχτυλίδι και στην κοπέλα που κατόρθωνε, με μια γρήγορη κατάδυση του χεριού της, να ανασύρει το δακτυλίδι ανήκε το δίστιχο που τραγουδιόταν εκείνη τη στιγμή. Πριν από το άνοιγμα του κλήδονα λεγόταν το δίστιχο:

Ανοίξετε τον κλήδονα στ' Αη Γιαννιού τη χάρη
κι όποια 'ναι καλορίζικη να πάρει παλληκάρι.

Και ακολουθούσαν:

(1)
Ανοίξετε το κλήδονα να 'βγ' η χαριτωμένη
του χρόνου τούτο το καιρόν θε να 'ναι παντρεμμένη.

(3)
Αντίκρυ μου 'ρτες κι ήκατσες απάνω στη πεζούλα
και κρέμασες τα χείλια σου σαν την παληογαδούρα.

(5)
Η ωραία σου η μύτη
βούλωμα στο νεροχύτη
Τα ωραία σου τα κάλλη
πατσαβούρα του μπακάλη.

(7)
Ένα καράβι έρχεται
κι είναι γεμάτο ρύζι
τ' ένα σου μάτι είν' στραβό
και τ' άλλο σου κανιίζει

(9)
Ω κούβακα του ποταμού με μαλλιαρά ποδάρια
σαν διάβολος μου φαίνεσαι μέσα στα παλληκάρια

(11)
Μαρή στραβή πινακωτή, στραβά 'ν' και τα ψωμιά σου
κι ανάσκελα να κοίθεσαι ποιος έρχεται κοντά σου;

(2)
Ανοίξετε το κλήδονα να βγ' ένα περιστέρι
όπου το καμαρόνουνε η γη κι η οικουμένη

(4)
Μαρή αρκούδα μαλιαρή σουπιά τηγανισμένη
και καρακάξα του γυαλού ποιος διάβολος σε θέλει.

(6)
Η μάνα σου ήταν αγγουριά
κι ο κύρης σου αγγούρι
κι έκατσαν και σε κάνανε
σαν το στραβό γαδούρι.

(8)
Άσπρη 'σαι σαν το τέζερι
και σαν το μαγειριό μας
μελαχροινή και νόστιμη
σαν τον γάιδαρο μας.

(10)
Εις τον καθρέφτην κύταξε τα μούτρα σου τ' αφράτα
'πό χεις ρουθούνια χοιρινά και μύτη σαν της κάττας.

(12)
Όσοι κι αν είμαστε εδώ πρέπει να συχωρεθούμε
γιατί όσα τραγουδήσαμε τα 'παμε να γελούμε.


Επίσης την παραμονή του Αι Γιαννιού υπήρχε το έθιμο να ανάβουν φωτιές σε κάθε γειτονιά και να περνούν από πάνω οι νέοι και οι νέες συνήθως, αλλά και μεγαλύτεροι, τρεις τουλάχιστον φορές ο καθένας. Έπρεπε όσοι βρίσκονταν κοντά στη φωτιά να περάσουν πάνω απ' αυτήν «για το καλό». Παλαιότερα έριχναν τρία κομμάτια σκόρδου στη φωτιά και πίστευαν ότι έτσι τύφλωναν τα μάτια των εχθρών τους. Το έθιμο αυτό είναι πανάρχαιο και ανάγεται στην προχριστιανική εποχή.

Πανηγύρια τον χωρίου. Πανηγύρια στα ξωκλήσια

Η μνήμη της πολιούχου του χωριού Αγίας Παρασκευής γιορταζόταν με ιδιαίτερη επισημότητα και μεγαλοπρέπεια στις 14 Οκτωβρίου. Αργότερα όμως επικράτησε να γιορτάζεται στις 26 Ιουλίου, κάτι που γίνεται μέχρι σήμερα.

Αποσπερίς οι κεντρικοί δρόμοι που οδηγούσαν στη χωριοκλησιά στρώνονταν με βάγιες. Μετά τον εσπερινό άρχιζε ο χορός στην Πάνω και Κάτω πλάτσα, με παραδοσιακούς ελληνικούς χορούς (συρτό, καλαματιανό) και αργότερα με ευρωπαϊκούς (ταγκό, βαλςκ.ά.). Ο χορός τελείωνε νωρίς, για να μπορέσουν όλοι οι χωριανοί την άλλη μέρα, ντυμένοι με τις καλές των φορεσιές, να παραβρεθούν στην πανηγυρική θεία Λειτουργία και στην περιφορά της εικόνας της Αγίας γύρω από το Βαρβακά. Την εικόνα μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί, που πλειοδοτούσαν σε χρηματική προσφορά για τις ανάγκες του ναού. Η μεταφορά της εικόνας γινόταν για μικρές σχετικά αποστάσεις, έτσι ώστε να είναι δυνατή η συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού. Ήταν μεγάλη η τιμή και η καταξίωση που συνεπαγόταν μια τέτοια θεάρεστη πράξη και στη σκέψη των πιστών προοιώνιζε υποσυνείδητα την προστασία της Αγίας. Το δράδυ ο καθιερωμένος χορός και στις δύο πλατείες που συνεχιζόταν με αμείωτο κέφι ως τις πρώτες πρωινές ώρες.Υπήρχε η συνήθεια οι νέοι (καβαλιέροι) να ζητούν τις κοπέλες (ντάμες) για χορό, προσπαθώντας πάντοτε να τελειώνουν έγκαιρα με τις «υποχρεώσεις» (αδελφές, συγγενείς κ.ά.), για να απολαύσουν μετά το χορό με τις ντάμες της επιλογής τους (αγαπητικιές, φλερτ κ.ά.). Ο χορός επαναλαμβανόταν και το επόμενο βράδυ -ημέρα γιορτής του Αγίου Παντελεήμονα-, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που μετά το χορό γύριζαν στο σπίτι, άλλαζαν και πήγαιναν κατευθείαν να εργασθούν στην εξοχή, χωρίς να κοιμηθούν. Τα τελευταία χρόνια δε γίνεται πια ο χορός την παραμονή, ενώ τις δυο άλλες μέρες αρχίζει αργά το βράδυ.
Περιφορά της εικόνας και χορός γίνονταν και συνεχίζονται μέχρι σήμερα και στη μνήμη της Αγίας Κυριακής, που ήταν το δεύτερο σε λαμπρότητα και συμμετοχή πανηγύρι του χωριού μετά της Αγίας Παρασκευής.

Τα πανηγύρια στα ξωκλήσια είχαν μια άλλη μορφή και λαογραφική διάσταση. Εξαιτίας της πληθώρας των εκκλησιών στην ευρύτερη αγροτική περιοχή του χωριού, το πανηγύρι στα ξωκλήσια αποτελούσε από μόνο του μια συνεχή και σημαντική πηγή τόνωσης του θρησκευτικού συναισθήματος, της συναδέλφωσης και της κοινωνικότητας των παλιών Καλαμωτούσων.
Η μετάβαση στο ξωκλήσι γινόταν πολύ πρωί τη μέρα της γιορτής του Αγίου, και σε ορισμένα ξωκλήσια αποσπερίς, με τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης, γαϊδούρια, φοράδες. και άλογα, με τα καλά τους καπίστρια και σελιβάρια, τα περισσότερα από τα οποία έφερναν μια τριγωνική πέτσινη δάση, στολισμένη με γαλάζια φταρμόχαντρα, που κοσμούσε το μέτωπο του ζώου (κουτελίτης).

Μετά τη θεία Λειτουργία και την αρτοκλασία, με ευθύνη και φροντίδα του Ηγούμενου(του εκπροσώπου του αδελφάτου που είχε την επιστασία του ναού εκείνη τη χρονιά), προσφέρονταν φαγητά στους προσκυνητές, που μαγειρεύονταν στο χώρο του ναού από την οικογένεια του και σερβίρονταν πάνω σε ξύλινα μαδέρια που στηρίζονταν σε μεγάλες πέτρες, με τη βοήθεια των άλλων μελών του αδελφάτου. Στραγάλια, αμύγδαλα, σαλάτες με παστές σαρδέλες, φασόλες και βραστός μπακαλιάρος, ρέγγες, τυριά και τοπικό ρακί προσφέρονταν με αφθονία, και πολλές φορές ακολουθούσε και κυρίως γεύμα με άσπρο πιλάφι, κοκκινιστό κρέας και ντόπιο γλυκό κρασί.Γρήγορα ο κόσμος ερχόταν σε κέφι και άρχιζαν τα τραγούδια, οι μανέδες για τον Ηγούμενο και ο χορός. Αρκετές φορές μάλιστα τους αυτοσχέδιους τραγουδιστές συνόδευαν μουσικά όργανα, που οι κάτοχοι τους είτε έρχονταν ως προσκυνητές στο πανηγύρι είτε τους καλούσε ο Ηγούμενος.

Μετά το μεσημέρι, όλοι μαζί σε μια πομπή ξεκινούσαν για το χωριό με τα ζώα στολισμένα με μυρσινιές και λουλούδια, ενώ τα σαμάρια ήταν καλυμμένα με τα σαμαρόπανα,-τετράγωνα υφάσματα φτιαγμένα από τη συναρμολόγηση μικρότερων ρούχινων υπολειμμάτων-. Οι αστεϊσμοί, τα τραγούδια και το κέφι συνεχίζονταν μέχρι το χωριό, στο οποίο περιφέρονταν καβάλα στα ζώα και κατέληγαν στο σπίτι του Ηγούμενου, όπου άρχιζαν τους μανέδες και κερνιόνταν από τους οικείους. Έτσι τέλειωνε το σημαντικό αυτό έθιμο, από τα πιο αγαπημένα των προγόνων μας.

Νεκρόσιμα

Τα έθιμα που σχετίζονταν με το θάνατο, σημαντικά σε αριθμό και μεγάλα σε διάρκεια, αποσκοπούσαν στο να απαλύνουν τον πόνο και να μετριάσουν τη λύπη των συγγενών για την απώλεια του προσφιλούς τους προσώπου.Με την αγγελία του θανάτου ερχόταν η λαζαρώτρια, η οποία σαβάνωνε και έντυνε το νεκρό με καινούργια ενδύματα, ενώ τοποθετούσε σταυρό από κερί ή βαβμβάκι στο στόμα του για να μην εισέλθει ο διάδολος στο σώμα και μετατραπεί σε βρυκόλακα. Στο δωμάτιο που δρισκόταν το φέρετρο έμπαιναν μόνο γυναίκες και κυρίως οι μοιρολογήτρες. Πρώτη άρχιζε τα μοιρολόγια κάποια στενή συγγενής του νεκρού, που συνήθως αναφερόταν σε περασμένα γεγονότα και προτερήματα του ή σε προβλέψεις για το μέλλον των υπολοίπων μελών της οικογένειας. Μετά μοιρολογούσαν άλλες γυναίκες δικούς τους νεκρούς, αφού όμως αναφέρονταν πρώτα στο νεκρό που κηδευόταν.
Στο σπίτι του νεκρού μαζεύονταν όλες σχεδόν οι γυναίκες του χωριού, έτοιμες να παράσχουν κάθε βοήθεια στους θλιμμένους συγγενείς, ακό­μα κι εκείνες που δεν είχαν φιλικές σχέσεις ή είχαν οικογενειακές διαφορές με το νεκρό. Την ώρα της κηδείας ερχόταν ο επίτροπος ή μνήμονας του χωριού και έπαιρνε το κερί που θα μοι­ραζόταν στους πιστούς κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας, καθώς και άλλοι πάροικοι του χωριού, για να παραλάβουν τα φρούτα (στραγάλια, αμύγδαλα, σταφίδες), το ρακί και το ψυχοπήττι (μικρά στρογγυλά ψωμάκια φτιαγμένα από γλυκιά ζύμη και μαυροκούκι -είδος μπαχαρικού), που μοιράζονταν έξω από την εκκλησία στο τέλος της κηδείας. Μετά το τρισάγιο στο δωμάτιο που βρισκόταν ο νεκρός, οι 4 σηκωτάρηδες τον μετέφεραν στην εκκλησία με τα εξαπτέρυγα, τους ιερείς και ψάλτες στην κεφαλή της πομπής και τους συγγενείς και κατοίκους του χωριού να ακολουθούν πίσω από το φέρετρο. Μετά την τέλεση της νεκρώσιμης ακολουθίας και τον τελευταίο ασπασμό, η ίδια πομπή μετέφερε το νεκρό στο νεκροταφείο, ενώ οι πιο κοντινοί φίλοι αποχωρούσαν συνήθως στο μισό της διαδρομής επιστρέφοντας στο σπίτι, όπου συλλυπούνταν τους στενούς συγγενείς και έτρωγαν μαζί μ' αυτούς νηστίσιμο ζωμό, ψωμί, τυρί ή ελιές και ψάρια, στα νεότερα χρόνια.

Από το βράδυ της κηδείας άρχιζαν οι παρηγοριές, οι οποίες συνεχίζονταν για ένα και πλέον μήνα. Οι παρηγορίες ήταν συγκεκριμένα είδη φαγητών (πιλάφι, ψάρια, χαβιάρι, ψωμί και κρασί), που ετοίμαζαν στα σπίτια των συγγενείς ή φίλοι της θλιμμένης οικογένειας και τα μετέφεραν στο σπίτι του νεκρού, συντρώγοντας με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και συζητώντας μ' αυτά τη ζωή και τα έργα αυτού που πέθανε, των γονιών και παππούδων της οικογένειας κ.ά.

Την τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή μέρα από το θάνατο, οι συγγενείς του νεκρού έφτιαχναν κόλλυβα, τα οποία μετέφεραν στην εκκλησία για τη μνημόνευση του, αφού ή τα κρατούσαν για λίγο στο σπίτι μοιρολογώντας το νεκρό ή τα πήγαιναν μετά το μνημόσυνο στον τάφο μοιρολογώντας τον εκεί και μοιράζοντας τα στη συνέχεια στους παρευρισκόμενους.

Τα ίδια περίπου γίνονταν και στη συμπλήρωση τριών, εννέα μηνών και ενός έτους από του θανάτου του νεκρού.

Επίσης, για σαράντα ολόκληρες μέρες μετά το θάνατο άναβαν καντήλι στο μέρος όπου ξεψύχησε ο νεκρός, πιστεύοντας ότι η ψυχή για το χρονικό αυτό διάστημα περιφέρεται στο σημείο αυτό και μετά κατεβαίνει στον Άδη. Τέλος, σε περίπτωση που ο θάνατος συνέβαινε μετά το μεσημέρι, ο νεκρός θαβόταν την άλλη μέρα, οπότε σε όλη τη διάρκεια της νύκτας φυλασσόταν από τους συγγενείς, οικείους και όλους σχεδόν τους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι, περνούσαν κατά διαστήματα, παρέμεναν για αρκετή ώρα και φεύγοντας συλλυπούνταν τους συγγενείς.

Προλήψεις και δεισιδαιμονίες

Τη ζωή των παλιών Καλαμωτούσων δυσκόλευε πληθώρα προλήψεων και δεισιδαιμονιών, οι περισσότερες από τις οποίες θεωρούνταν ικανές να προξενήσουν κάποιο κακό. Μερικές από τις προλήψεις συναντιούνται και σήμερα μεταξύ των ηλικιωμένων κατοίκων του χωριού.
Οι πιο σημαντικές προλήψεις και δεισιδαιμονίες ήταν:

  • Η μέρα Τρίτη και η 13η κάθε μήνα θεωρούνταν αποφράδες. Τις μέρες αυτές δεν έπρεπε να αρχίζει ένα σοβαρό έργο ή να εκτελείται μια σπουδαία εργασία.
  • Κατά τα δρύματα (τις πρώτες έξι ημέρες του Αυγούστου) η πλύση ρούχων, τα θαλάσσια λουτρά, το κλάδεμα δένδρων και το κέντημα των σχίνων δεν έπρεπε να γίνονται. 
  • Την παραμονή και την ημέρα γιορτασμού της μνήμης του Αγίου Συμεών (31 Αυγούστου) οι έγκυες γυναίκες δεν έπρεπε να κάμουν καμιά εργασία ή να αγγίξουν οποιοδήποτε άλλο αντι­κείμενο εκτός από τα φορέματα τους, το κουτά­λι και το πηρούνι. Και τούτο για να μη σημα­δευτεί το παιδί τους από τον Άγιο.
  • Κατά τη Μεγάλη Παρασκευή, μετά την ανάγνωση στη μεσημβρινή ακολουθία ενός ψαλμού του Δαυίδ (της φαρμοκατάρας), δεν έπρεπε να φυτευθεί τίποτα, διότι θα πάθαινε ψωρίαση.
  • Οι γάμοι έπρεπε να γίνονται τον Ιανουάριο. Κάποτε κάποιος παντρεύτηκε το Φεβρουάριο και τον ονόμασαν «Κουτσοφλέβαρο». Αυτοί που παντρεύονταν το Μάιο μαγεύονταν.
  • Δεν σκούπιζαν την ημέρα θανάτου ανθρώπου του σπιτιού, γιατί πίστευαν πως σύντομα θα «έπαιρνε κι άλλον μαζί του», δηλαδή θα πέθαινε κι άλλος στο σπίτι. 
  • Όταν κατά τη διάρκεια της νύκτας μετέφεραν προζύμι από ένα σπίτι σε κάποιο άλλο, έπρεπε να το έχουν σκεπασμένο για να μην το «δουν» τα άστρα και έτσι δεν θ' ανέβαινε το ψωμί που ζύμωναν. Το ίδιο έκαναν και τη μέρα, για να μην το δει ξένο μάτι. 
  • Όταν ένα παιδί έβγαζε το δόντι του, δεν το πετούσαν στο δρόμο για να μην το φάει σκύλος και δγάλει «σκυλόδοντο». Έτσι το έδαζαν μέσα σε σκαλόθρυπα ή το πετούσαν πάνω στα κεραμίδια. 
  • Τις τρίχες που έφευγαν με το χτένισμα από το κεφάλι δεν τις πετούσαν αλλά τις έκαιγαν ή τις έβαζαν μέσα σε σκαλόθρυπα. 
  • Δεν κλάδευαν τα δένδρα όταν ήταν πανσέληνος, παρά μόνο όταν ήταν λίγος (χασοφεγγαριά) και τα ξύλα που κόβονταν ήταν γερά και δε σάπιζαν.
  • Όταν ο σκύλος «έκλαιγε» έξω από το σπίτι θεωρούνταν προάγγελμα θανάτου μέλους της οικογένειας ή σοβαρής αρρώστιας. Γι' αυτό του έλεγαν «το κεφάλι σου να φας». 
  • Όταν πετούσε δαμαλάκι στο σπίτι, το 'χαν για καλό οιωνό και περίμεναν γράμμα από αγαπημένο πρόσωπο. 
  • Αποφευγόταν να γίνονται γάμοι τα δίσεκτα χρόνια, γιατί δεν στέριωναν. 
  • Οι νιόπαντροι δεν επιτρεπόταν να επισκεφθούν λουχούνα πριν περάσουν 40 μέρες από το γάμο τους ούτε να πάνε σε κηδείες και μνημόσυνα.
  • Αν σ' ένα σπίτι υπήρχε λεύτερη κοπέλα, έπρεπε να βγεις από την ίδια πόρτα για να μη χαλάσει το προξενιό. 
  • Όταν το ψαλίδι έμενε ανοικτό, θεωρούνταν γρουσουζιά. 
  • Όταν γάτα έπλενε το πρόσωπο της με το πόδι της, νόμιζαν ότι θα έπνεε άνεμος από την πλευρά που ήταν στραμμένη. 
  • Στις 30 Νοεμβρίου, ημέρα γιορτής του Αγίου Ανδρέα, πιστευόταν ότι αν δεν έφτιαχναν τηγανίτες θα τρυπούσε το τηγάνι. 
  • Κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου φράσσονταν οι καπνοδόχοι των σπιτιών για να μη μπουν τα κακά πνεύματα (καλικάτζαροι) και «μαγαρίσουν». 
  • Ο νεκρός που δεν ενταφιαζόταν σύμφωνα με το έθιμο και τους εκκλησιαστικούς κανόνες μεταβαλλόταν σε φάντασμα. 
  • Ο νεκρός που δεν φυλασσόταν κατά τη διάρκεια της νύκτας μεταβαλλόταν σε κακοποιό πνεύμα.